Switch to English
  • en

Release Athens Festival 2016. Τι είδα και άκουσα…

Φέτος έκανε το ντεμπούτο του ένα νέο φεστιβάλ, το Release Athens με σκοπό να προσελκύσει κόσμο από τη γενικότερη indie πλευρά του μουσικού στερεώματος. Να πούμε καλή επιτυχία μάλλον είναι άτοπο, μιας και έχει ολοκληρωθεί εδώ και μερικές ημέρες. Οπότε ευχή όλων μας είναι να μακροημερεύσει.

Release Athens Festival 2016Το φεστιβάλ έλαβε χώρα εξ ολοκλήρου στην Πλατεία Νερού (Π. Φάληρο) σε σπαστές όμως ημερομηνίες, γεγονός που δεν βοηθούσε ιδιαίτερα το κοινό από την επαρχία. Παρ’ όλα αυτά ο κόσμος τίμησε με την παρουσία του τη διοργάνωση όλες τις μέρες (συμπέρασμα που βγαίνει από συζητήσεις με τον κόσμο τις δύο τουλάχιστον μέρες που ήμουν εκεί).

To line up των πρώτων δύο ημερών δεν με ενθουσίασε ιδιαίτερα (υπάρχει κόσμος που έσκισε τα ιμάτια του αλλά πολύ ωραίο επίσης είναι να συμφωνούμε ότι διαφωνούμε) ώστε να κατηφορίσω από το ακριτικό Κιλκίς, έστω και για να σκοτώσω την περιέργεια μου. Δεν ξεπερνάω φυσικά το γεγονός ότι μόνο αμελητέα δεν μπορεί να θεωρηθεί η βαρύτητα των ονομάτων που παρουσιάστηκαν επί σκηνής, με τον καθένα ξεχωριστά να έχει κερδίσει με τον ιδρώτα του την αναγνώριση στο indie ιδίωμα, όπου πραγματικά τη στιγμή που μιλάμε περιέχει κάθε καρυδιάς καρύδι.

Την πρώτη μέρα λοιπόν το κοινό του Release απόλαυσε τους MOA BONES – Ειρήνη Σκυλακάκη – Cass McCombs και Beirut (με σειρά εμφάνισης) και τη δεύτερη και πιο dance μέρα, τους GAD – RSN – Chinese Man – Scott Brandlee and Postmodern Jukebox και τον γνωστό σε όλους μας πλέον Parov Stelar. Τη μόνη άποψη που μπορώ να εκφέρω, είναι για τον Αυστριακό μας «φίλο», τον οποίο είχα την τύχη να δω δύο φορές στο παρελθόν. Ενώ στουντιακά γράφει μουσικές για τις οποίες πρέπει να είναι πραγματικά περήφανος (αυτός ο συνδυασμός beats, πνευστών, και φωνών είναι μοναδικές), εν τούτοις, στις live εμφανίσεις του ακολουθεί τη λογική του Never Miss A Beat από το μουσικό ρητό των Kaiser Chiefs, μετατρέποντας τη μουσική εμφάνιση σε club mix, χάνοντας έτσι πολύ απ’ τη μοναδικότητα που διακατέχεται η μουσική του. Θα μου πείτε γούστα είναι αυτά και ο καθένας όπως τη βρίσκει.

Release Athens Festival 2016Πάμε λοιπόν στην τρίτη και τέταρτη μέρα, όπου με διαφορά μιας εβδομάδας, η οντότητά μου βρέθηκε ψυχή τε και σώματι στην Πλατεία Νερού. Η τρίτη μέρα του Release ξεκίνησε με τους χειρότερους οιωνούς. Από το πρωί έβρεχε καταρρακτωδώς με τους διοργανωτές να προσπαθούν να καθησυχάσουν τον κόσμο μέσα από τα social media. Όλως παραδόξως είχαν δίκιο. Όταν έφτασα στο χώρο του φεστιβάλ, οι Noise Figure ήταν στα μισά του σετ τους με τον λιγοστό κόσμο να προσπαθεί να βρει τα πατήματα του ανάμεσα στη μπάντα και τις λιγοστές ψιχάλες που έπεφταν εκείνη την ώρα. Τα παλικάρια δεν τα ήξερα και μου κανε εντύπωση το πόσο γεμάτος έβγαινε ο ήχος τους από μια κιθάρα και μια ντραμς. Μπράβο τους γιατί μ’ εξέπληξαν θετικά και με έβαλαν σε μια διαδικασία να βρω τι έχουν κάνει γενικότερα.

Για τους Closer δε χρειάζεται να κάνουμε ιδιαίτερες συστάσεις. Είναι ένα από τα ελληνικά γκρουπ που έχουν βάλει με το παραπάνω το λιθαράκι τους ώστε το αγγλόφωνο ροκ να διατηρηθεί μέσα στα 90’s και στις αρχές των 00’s. Αν και χαμένοι για πολλά χρόνια από τα μουσικά δρώμενα, έκαναν την εμφάνιση τους στο χώρο του φεστιβάλ παράλληλα με την κυκλοφορία του νέου τους άλμπουμ τους «Rainassance». Αδιάφορο δεν μπορείς να το πεις το σετ τους. Παίξανε τα πάντα στο χρόνο που τους αναλογούσε, γνωστά και άγνωστα απ’ τη δισκογραφία τους. Μάλιστα μας δώσανε κι ένα δείγμα από την την τελευταία τους δουλειά, το οποίο δεν ήταν άσχημο. Αδιάφορος μάλλον ήταν ο κόσμος, ο οποίος λίγο με τον ήλιο λίγο με την προσμονή των Slowdive δεν φάνηκε και πολύ ζεστός απέναντι στο γκρουπ.

Release Athens Festival 2016Τη σκυτάλη παρέλαβαν οι Slowdive. To εμβληματικό shoegaze συγκρότημα έκανε όλα αυτά που θα περίμεναν οι ορκισμένοι φαν τους. Μας σκέπασαν κάτω από ένα πέπλο με το στοιχειωμένο reverb τους να είναι ο καταλύτης σε κάθε κομμάτι τους. Μ’ ένα πολύ ωραίο σετ και με τα κλασσικά «Pygmalion» και «Souvlaki Space Station» (μάλιστα η κυρά Rachel Goswell δήλωσε ότι νιώθει παράξενα που παίζουν αυτό το κομμάτι εδώ), έβαλαν σιγά σιγά το κοινό στο δικό τους κόσμο με τον ήλιο να μας κάνει να λειτουργούμε ως πραγματικοί shogazers (αν καθόσουν από τη λάθος πλευρά της σκηνής). Κατά τ’ άλλα, έμεινα απόλυτα ευχαριστημένος ειδικά στο τέλος, όπου η διασκευή του «Goldain Hair» από Syd Barret ήταν το επιστέγασμα μιας καταπληκτικής εμφάνισης.

Σειρά είχαν οι The Brian Jonestown Massacre. Τι να πει κανείς γι αυτό το συγκρότημα. Με δεκατέσσερα άλμπουμ και κάτι παραπάνω από είκοσι χρόνια στο κουρμπέτι. Προσεγμένο, σφικτό και δυνατό το σετ τους. Λίγο ψυχεδέλεια, λίγο αμερικάνα, οι BJM έκαναν το ανθρωπίνως δυνατό για να περάσει ο κόσμος όμορφα. Έχουν τόσο υλικό στη μουσική τους φαρέτρα που σχολιάστηκε κάποια στιγμή από τον frontman Anton Newcombe ότι στο τελευταίο τους live έπαιζαν κοντά στο τρίωρο και στο συγκεκριμένο θα έπαιζαν αυστηρά μιάμιση ώρα. Πάντως, ένα γενικότερο χάλασμα το έβγαλαν και αυτό φάνηκε στο τέλος με το σχόλιο που έκανε ότι «‘εμείς είμαστε ερασιτέχνες, ώρα να πάρουν τα ηνία οι επαγγελματίες». Η αλήθεια είναι ότι εκείνη τη στιγμή βρισκόμουν προς τα πίσω «διαμερίσματα» του χώρου και η εντύπωση που μου δόθηκε ήταν ότι εκτός από το κοινό που ήξερε τι θα ακούσει, οι υπόλοιποι ήταν κάπως απαθέστατοι. Μάλλον κανείς δεν εξήγησε στους BJM ότι αν στην Ελλάδα δε σε δουν 3-4 φορές να σε εμπεδώσουν, δύσκολα θα βρεις τη θέρμη που σου αξίζει. Τέλος πάντων, για μένα προσωπικά θα ‘ναι ένα από τα live που θα μνημονεύεται, όταν κάποτε θα τσεκάρω το συναυλιακό μου τεφτέρι.

Πάμε λοιπόν στην πολυαναμενόμενη εμφάνιση της βραδιάς, αυτή της Polly Jean Harvey. H πραγματική θεά της ροκ την τελευταία εικοσιπενταετία. Αν μπορούσα να περιγράψω με λέξεις τα πρώτα δευτερόλεπτα της εμφάνισής της, σίγουρα θα περιείχαν τις λέξεις δέος, ανατριχίλα, έκσταση και μια ακόμα (αλλά στο live ήταν παρούσα και η σύζυγος και μπορεί παράλληλα να διαβάσει και το άρθρο). Με περιβολή που παρέπεμπε σε κάτι μεταξύ ιέρειας της αρχαίας Ελλάδας και κάτι από ξωτικό, συνοδευόμενη από ένα σούπερ επιτελείο μουσικώνRelease Athens Festival 2016 όπως ο Mike Harvey (The Bad Seeds), Alain Johannes (Queens Of The Stone Age) και τον απαράμιλλο μουσικό της σύντροφο John Parish, εμφανίστηκαν καταμεσής της νύχτας μ’ ένα στρατιωτικό εμβατήριο που τίποτα δεν έδειχνε αυτό που επρόκειτο να επακολουθήσει. Το πρώτο σοκ επήλθε όταν το πρώτο όργανο που έπιασε στα χέρια της δεν ήταν η κιθάρα, αλλά το σαξόφωνο. Την εκάστοτε στιγμή δεν με απασχόλησε ιδιαίτερα. Η συνέχεια όμως φέρει πολλά σχόλια (και για τον κόσμο που ήταν παρόντες εκεί αλλά και τις αράδες που γράφτηκαν σε διάφορα sites κατά την διάρκεια της εβδομάδας). Δέχομαι το γεγονός ότι πρωτίστως ήθελε να προμοτάρει το νέο της άλμπουμ. Δεκτόν. Είναι επίσης γεγονός ότι το «Let England Shake» έδειξε ότι η PJ έχει μπει σ’ ένα καινούργιο μονοπάτι μουσικής έκφρασης, στο οποίο συνεχίζει ακόμα βαθύτερα με το «Hope Six Demolition Project». H ουσία είναι η εξής. Μετά από τόσα χρόνια απουσίας από το ελληνικό κοινό, θα μπορούσε να δουλέψει κομμάτια από παλιότερο υλικό της και να το προσαρμόσει πάνω στο μουσικό μοτίβο που ήθελε να παρουσιάσει. Δεν είχε χρόνο, δεν της έβγαινε, βαριόταν, πραγματικά δε ξέρω τι απ’ όλα έχει συμβεί. Πείτε με παραπονιάρη, πείτε με γραφικό. Αυτό που ξέρω σίγουρα, είναι ότι όλοι οι σοβαροί καλλιτέχνες πέρα από το βασικό σετ τους έχουν και έξτρα υλικό προσαρμοσμένο για τις ανάγκες του εκάστοτε live. Η PJ δυστυχώς δεν είχε κάτι τέτοιο. Το 80% της συναυλίας περιείχε υλικό από τα δύο τελευταία άλμπουμ της. Θα μπορούσε να μας στείλει στο πυρ το εξώτερον και να μας φέρει πάλι πίσω. Τίποτα απ’ αυτά δεν έγινε. Στεναχωριέμαι πραγματικά που γράφω αυτά τα λόγια γι’ αυτό το μουσικό κολοσσό, αλλά το συγκεκριμένο live μου έδωσε εντύπωση ξεπέτας.

Πάμε λοιπόν στην τέταρτη μέρα του φεστιβάλ, κατά την οποία είχα μερικές απώλειες. Τι εννοώ. Λίγο η λάθος ώρα πτήσης, λίγο το μετρό που έχασα για δευτερόλεπτα, λίγο ο ταξιτζής που παρά τις παρατηρήσεις μου συνέχισε να κάνει σβούρες στη περιοχή του Φαλήρου, είχαν σαν αποτέλεσμα να χάσω τα δύο πρώτα γκρουπ. Τους Theodore δεν τους γνωρίζω και δεν έχω εικόνα αλλά τους Afformance ήθελα πολύ να τους δω. Σύμφωνα με τον κόσμο που ήταν εκεί από νωρίς, είχαν ετοιμάσει ένα δυναμικό σετ, το οποίο εκτέλεσαν ωραία. Τι να κάνουμε όμως. Όπως λέει και μια φίλη συμβαίνουν αυτά στα live.

Έτσι, ξεκίνησα με την αγαπημένη μπάντα του Pitchfork τους DIIV. Με δύο άλμπουμ στο ενεργητικό τους και με το hype να τρέχει πιο γρήγορα απ’ αυτούς ανέβηκαν στη σκηνή και ξεκίνησαν τα δικά τους. Νέοι, φρέσκοι με άγνοια κινδύνου, συντηρούσαν μια χύμα κατάσταση καθ’ όλη τη διάρκεια του live, την οποία βρήκα προσωπικά διασκεδαστική. Εντύπωση μου έκανε το σχόλιο του Zachary ότι η Πλατεία Νερού είναι το ωραιότερο μέρος που έχουν παίξει μέχρι τώρα. Για το τέλος, κράτησαν και το χιτάκι που τους έκανε γνωστούς το «Doused» και όλα εν τέλει κύλησαν μια χαρά. Μπράβο τους.

Ακολούθησε ένα διάλειμμα είκοσι λεπτών και στη σκηνή ανέβηκαν οι Black Angels. Πάνω κάτω ήξερα τι θα δω. Τους είχα δει στη Θεσσαλονίκη πριν από δύο χρόνια περίπου κι όλη κατάσταση ήταν σαν deja vu. Κάποιος πρέπει να πει δυο λόγια στα παιδιά. Δεν γίνεται με τέτοιες στουντιακές κομματάρες να είσαι μονίμως σε μια κατάσταση στατικής νιρβάνας (κλείσε φώτα, κλείσε μάτια). Πρέπει επειγόντως να πάνε για μαθήματα performing. Υπήρχαν επίσης κομμάτια, στα οποία η κιθάρα δεν ακουγόταν καθόλου και το μπάσο ήταν τόσο ανεβασμένο που αν και είμασταν σε ανοιχτό χώρο, υπήρχαν διαστήματα που πραγματικά μπούμαρε. Η λέξη που αντικατοπτρίζει την εμφάνιση τους είναι η αδικία πρωτίστως για τους Black Angels και όλα αυτά που πρεσβεύουν τη σύγχρονη εποχή, αλλά και για το κοινό που λογικό ήταν για ακόμα μια φορά να μη μπει στο ρυθμό που ήθελαν να μας παρασύρουν.

Release Athens Festival 2016Η βραδιά όπως ήταν προγραμματισμένο, θα έκλεινε με τους Sigur Ros. Για να πω την αλήθεια δεν είμαι κι ο πιο ορκισμένος φαν τους. Αυτό που έζησα όμως, ήταν κάτι πρωτόγνωρο. ΕΞΑΓΝΙΣΜΟΣ, ΜΥΣΤΑΓΩΓΙΑ, ΑΦΕΣΗ. Όλα ήταν άρτια σχεδιασμένα. Ακόμη κι ο καιρός. Με το τέλος του πρώτου κομματιού, οι ουρανοί άνοιξαν. Οι χαοτικές μελωδίες τους, αυτή η τόσο ιδιαίτερη φωνή του Jonsi Birgisson και τα υπέροχα visual σε συνδυασμό με τη βροχή που έπεφτε ακατάπαυστα από ένα σημείο και μετά, ήταν σαν ξέπλυμα ψυχής. Πραγματικά πήγαν τον ορισμό του live σε άλλο επίπεδο και θα είμαι ο πρώτος που θα τους μνημονεύει για χρόνια. Μπορεί να μη μας είπανε τ’ αγαπημένα «Hoppipolla» και «Gong», αλλά χαλάλι. Με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο το ποστ μιας φίλης που λέει μακάρι να μην ξανάρθουν τα επόμενα δέκα χρόνια. Ήταν μια εμπειρία που θα θυμάμαι για πάντα. Αν η PJ ήταν ένα από τα συναυλιακά μου απωθημένα, τελικά το outsider που λέγεται Sigur Ros έρχεται μια ανάσα από την κορυφή των live καταστάσεων μου. Κι αυτό γιατί δυστυχώς γι’ αυτούς, το live των Radiohead δεν πρόκειται να το ξεπεράσω ποτέ.

Read also

1